διαθρύπτω

διαθρύπτω (AM) [θρύπτω]
1. καταθρυμματίζω, κατασυντρίβω, κάνω θρύψαλα
2. (για ψωμί) διανέμω σε τεμάχια
αρχ.
1. κολακεύω
2. μέσ. διαθρύπτομαι
κορδώνομαι, καμαρώνω, κολακεύομαι
3. παθ. διαφθείρομαι από κολακείες, χλιδή κ.λπ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαθρύψῃ — διαθρύπτω break in pieces aor subj mid 2nd sg διαθρύπτω break in pieces aor subj act 3rd sg διαθρύπτω break in pieces fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεθρυμμένα — διαθρύπτω break in pieces perf part mp neut nom/voc/acc pl διατεθρυμμένᾱ , διαθρύπτω break in pieces perf part mp fem nom/voc/acc dual διατεθρυμμένᾱ , διαθρύπτω break in pieces perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτομένων — διαθρύπτω break in pieces pres part mp fem gen pl διαθρύπτω break in pieces pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτόμενον — διαθρύπτω break in pieces pres part mp masc acc sg διαθρύπτω break in pieces pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτόντων — διαθρύπτω break in pieces pres part act masc/neut gen pl διαθρύπτω break in pieces pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύβητε — διαθρύπτω break in pieces aor imperat pass 2nd pl διαθρύπτω break in pieces aor ind pass 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτει — διαθρύπτω break in pieces pres ind mp 2nd sg διαθρύπτω break in pieces pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτομεν — διαθρύπτω break in pieces pres ind act 1st pl διαθρύπτω break in pieces imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτοντα — διαθρύπτω break in pieces pres part act neut nom/voc/acc pl διαθρύπτω break in pieces pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτουσι — διαθρύπτω break in pieces pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαθρύπτω break in pieces pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.